Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ένα φωτεινό μυαλό

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ένα φωτεινό μυαλό

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Η Ελλάδα της υπερεκπαίδευσης και της ημιμάθειας

Η συμβολή του στη γνώση του αληθινού εαυτού μας

Για τη γνώση του αληθινού εαυτού μας πέφτει σαν ογκόλιθος το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή», διδακτορική διατριβή του συγγραφέα (υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο «Παρίσι 1»), που εκδίδεται τώρα μεταφρασμένη στα ελληνικά.

Είναι μια τεράστια σε όγκο, και τεράστιας σημασίας, δουλειά. Ξεκινώντας από το πρόσχημα-επιλογή να μελετήσει τον κοινωνικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών, από καταβολής νεοελληνικού Κράτους και έως της Μικρασιατικής καταστροφής —οπότε το τοπίο αλλάζει, τουλάχιστον εξωτερικά—, ο Κ. Τσ. πραγματοποιεί μιαν εντελώς πρωτότυπη και υποδειγματικά επιστημονική ανάλυση της κοινωνικής διαμορφώσεως του νεότερου Ελληνισμού, υποστηρίζοντας και θεμελιώνοντας απόψεις που ως τώρα ελάχιστα, αν όχι καθόλου, είχαν διερευνηθεί.

Χώρα της περιφέρειας, εξαρτημένη από τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, η Ελλάδα —λέει ο Κ. Τσ.— αναπτύχθηκε εξαιρετικά ιδιόμορφα, κι αυτή ακριβώς η ιδιόμορφη εξέλιξή της είχε σαν αποτέλεσμα τη «δυσμορφία» και την «άτυπη» συγκρότηση των κοινωνικών δομών της.

Πραγματικά, ήδη πριν από το 19ο αιώνα, οι Έλληνες είχαν εγκατασταθεί σε άλλες χώρες της μεσογειακής και βαλκανικής περιφέρειας, όπου συγκρότησαν «μια πολυάριθμη μεταπρατική αστική και μικροαστική τάξη», που υπήρξε ο κύριος φορέας στη διαδικασία επέκτασης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σ’ αυτές τις χώρες. Έτσι, ενώ ο καπιταλισμός διείσδυε και στην ίδια την Ελλάδα, στο νεόκοπο Κράτος του 1830, οι Έλληνες της διασποράς λειτούργησαν σαν διάμεσοι του καπιταλισμού στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και πήραν κι αυτοί το μερίδιό τους από την εκμετάλλευση των παραγωγικών μαζών των χωρών αυτών. Από τη μεσημβρινή Ρωσία και τις παραδουνάβιες χώρες κι ως τα βάθη της Μικρασίας, την Αίγυπτο, το Σουδάν, την Κεντρική Αφρική, οι δραστήριοι Έλληνες συσσώρευσαν ένα τεράστιο κεφάλαιο.

Αν, όμως, ζούσαν μακρυά από την κυρίως Ελλάδα, οι Έλληνες της διασποράς ποτέ δεν ξέκοψαν απ’ τις οικογενειακές τους ρίζες, ποτέ δεν δέθηκαν οριστικά με τη χώρα που τους «φιλοξενούσε». Ανάμεσα στο μικρό ανεξάρτητο Κράτος και τις ανθούσες παροικίες υπήρξε μια «αέναη μετακίνηση πληθυσμών» και μια «συνεχής ροή κεφαλαίων». Ελεύθεροι ή σκλαβωμένοι ακόμα, οι Έλληνες —αγρότες και νησιώτες— τροφοδοτούσαν αδιάκοπα ως τον Α’ Παγκόσμιο τις κοινότητες του εξωτερικού με νέο έμψυχο υλικό, ενώ, αντίστροφα, «ένα συνεχές ρεύμα από εμβάσματα τραβούσε το δρόμο προς το ελεύθερο βασίλειο και κατευθυνόταν κυρίως στις επαρχίες».

Έτσι, παράλληλα με την καπιταλιστική διείσδυση στην Ελλάδα, μια άλλη διείσδυση, του παροικιακού πλεονάσματος, που συνεχίστηκε όλο το 19ο αιώνα, υπήρξε η κύρια αιτία για την παραμόρφωση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στις πόλεις. Μ’ άλλα λόγια: με τα εμβάσματα —και τις δωρεές τους— οι Έλληνες του εξωτερικού πρώτα μετέτρεψαν τους αγρότες συγγενείς τους σε μικροαστούς κι ύστερα συνέβαλαν στη διόγκωση της κρατικής μηχανής, στον υδροκεφαλισμό των πόλεων — κι ιδιαίτερα της πρωτεύουσας. Έτσι, ενώ το προλεταριάτο παρέμενε περιθωριακό και ανοργάνωτο, διαμορφώθηκε μια πολυάριθμη «κρατικο-διοικητική» αστική και μικροαστική τάξη —στην ουσία παρασιτική— που παραμόρφωσε την όλη δομική ανέλιξη του ελληνικού Κράτους, συγκεντρώνοντας στα χέρια της τα κλειδιά της κρατικής μηχανής και ποδηγετώντας —και παραμορφώνοντας— τις διαδικασίες της πολιτικής διεκδίκησης της εξουσίας.

Μπαίνοντας στο κύριο θέμα του, ο Κ. Τσ. αναλύει το ρόλο του σχολικού μηχανισμού στην ελληνική κοινωνική «διαστρέβλωση». Κύρια διαπίστωση: την Ελλάδα του 19ου αιώνα χαρακτηρίζει απ’ τη μια η «υπερεκπαίδευση» κι από την άλλη η «ημιμάθεια». Συγκριτικά, είχαμε τους περισσότερους σπουδαστές ανώτατων ιδρυμάτων απ’ όλες τις χώρες! Τι εκπαίδευση, όμως, προσφέραμε και ποιο ήταν το ιδεολογικό της υπόβαθρο; Χάλια αδιόρθωτα. Κι από πάνω η καταδυνάστευση της καθαρεύουσας! Αιτία της υπερεκπαίδευσης —λέει ο Κ. Τσ.— υπήρξε η εξαιρετική κινητικότητα του ελληνικού κοινωνικού χώρου: «για έναν ολόκληρο αιώνα», γράφει, «βρισκόμαστε πράγματι μπροστά σε μια μαζική ροή διάβασης της μικρής ανεξάρτητης αγροτιάς στη μη παραγωγική μικρή αστική τάξη των πόλεων». Και ποιο ήταν το όπλο, αλλά και το πιστοποιητικό αυτής της κοινωνικής μετάταξης; Ένα σχολικό «χαρτί», κατά προτίμηση «του Πανεπιστημίου».

«Αυτή η ιδιαίτερη πλευρά —όπως και η συνακόλουθη ισχνότητα ενός ρεύματος που θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας τάξης προλεταρίων στις πόλεις— σφραγίζει την εσωτερική δυναμική ολόκληρου του ελληνικού κοινωνικού», γράφει ο Κ. Τσ. Και οι αναλύσεις του, αν και σταματάνε χρονικά στα 1922, φωτίζουν σε προοπτική όλη την παραπέρα κοινωνική μας πορεία, ως σήμερα, αφού ξέρουμε πως, ουσιαστικά, τίποτα δεν άλλαξε στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και πως ο ρόλος των τελευταίων είναι κυριαρχικός στην αναπαραγωγή του συστήματος.

Ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, διακεκριμένος κοινωνιολόγος και πανεπιστημιακός δάσκαλος, απεβίωσε την περασμένη εβδομάδα, πλήρης ημερών.

Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του φωτεινού αυτού μυαλού της Αριστεράς.

 

Leave a Comment